Αποδοχή Κληρονομιάς και Διαθήκη
Αποδοχή κληρονομιάς
Πράξη αποδοχής κληρονομιάς είναι η συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο κληρονόμος αποδέχεται το αντικείμενο που του κληροδοτείται, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί κληρονομικής διαδοχής (εξ διαθέτου κληρονομιά), εφόσον δεν υπάρχει διαθήκη, είτε σύμφωνα με τη βούληση του κληρονομούμενου, εφόσον αυτός έχει αφήσει διαθήκη.
Στη περίπτωση της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής η προθεσμία υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. είναι 6 μήνες με πιθανότητα παράτασης άλλους 3 μήνες καταθέτοντας στη Δ.Ο.Υ. αίτηση παράτασης προθεσμίας πριν τη λήξη του εξαμήνου. Προθεσμία για τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου αποδοχής κληρονομίας δεν υπάρχει.
Στη περίπτωση της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής η προθεσμία για υποβολή δήλωσης στην εφορία αρχίζει από τη δημοσίευση της διαθήκης, ενώ η ίδια η δημοσίευση της διαθήκης δεν έχει κάποια προθεσμία σε σχέση με το θάνατο του αποβιώσαντος.
Η αποδοχή κληρονομίας συντάσσεται υποχρεωτικά με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο στη συνέχεια μεταγράφεται στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή καταχωρείται στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, η δε αμοιβή του συμβολαιογράφου είναι πάγια, το οποίο σημαίνει ότι είναι εντελώς ανεξάρτητη από το ύψος της αξίας της ακίνητης περιουσίας που κληρονομείται.
Ο κληρονόμος έχει προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών για να αποποιηθεί την κληρονομιά, η δε προθεσμία αυτή αρχίζει από το θάνατο του κληρονομούμενου (αν μιλάμε για εξ αδιαθέτου κληρονομιά) ή από τη δημοσίευση της διαθήκης του (αν μιλάμε για εκ διαθήκηςκληρονομιά). Αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος διέμενε στο εξωτερικό, όταν κατέστη κληρονόμος, η προθεσμία αποποίησης είναι ένα (1) έτος από το θάνατο του κληρονομούμενου ή από τη δημοσίευση της διαθήκης του. Η δήλωση αποποίησης γίνεται στην γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομιάς.
Αν παρέλθουν οι ανωτέρω προθεσμίες χωρίς να γίνει αποποίηση, τότε θεωρείται ότι η κληρονομιά έχει γίνει αποδεκτή σιωπηρά από τους κληρονόμους.
Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς γίνεται από κάθε κληρονόμο για το σύνολο της κληρονομιάς που του επάγεται, που σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί κατά ένα μέρος και να αποποιηθεί κατά το υπόλοιπο. Είτε θα την αποδεχθεί ολόκληρη, είτε θα την αποποιηθεί ολόκληρη.
Για τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου αλλά και για την υποβολή της δήλωσης στην εφορία τα απαιτούμενα έγγραφα είναι: α) ληξιαρχική πράξη θανάτου (εκδίδεται από το αρμόδιο Ληξιαρχείο), β) πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών (εκδίδεται από το αρμόδιο Δημοτολόγιο), γ) πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης (ή πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης σε περίπτωση που υπάρχει διαθήκη) (εκδίδεται από την Γραμματεία του αρμοδίου Πρωτοδικείου). Επιπλέον, για τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου θα χρειαστούν και τα στοιχεία των κληρονόμων καθώς και του κληρονομούμενου (Α.Δ.Τ., Α.Φ.Μ. κλπ), τίτλοι που πιθανόν είχε ο κληρονομούμενος και με τους οποίους απέκτησε την κληρονομιαία περιουσία ή/και έγγραφα που να αναφέρουν αναλυτικά τα ακίνητα που κατείχε ο κληρονομούμενος για να μπορεί να προβεί ο συμβολαιογράφος στο προσδιορισμό αντικειμενικής αξίας των ακινήτων.
Διαθήκη
Διαθήκη είναι η πράξη με την οποία ο διαθέτης ορίζει την τύχη των περιουσιακών του στοιχείων μετά το θάνατό του.
Η διαθήκη μπορεί να είναι ιδιόγραφη και είναι έγκυρη ακόμα και αν δεν κατατεθεί σε κάποιον συμβολαιογράφο, αρκεί να τηρούνται οι προϋποθέσεις δηλ. να υπάρχει ημερομηνία και τόπος σύνταξης, να αναφέρει τους κληρονόμους και το τι αποκτά καθένας από αυτούς (ακίνητα, μετρητά, κάποιο δικαίωμα κλπ) και να υπάρχει και η υπογραφή του διαθέτη. Η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί ακόμα και να φυλαχθεί στη κατοικία του διαθέτη και να δημοσιευθεί μετά το θάνατο του στο αρμόδιο Πρωτοδικείο με μέριμνα των κληρονόμων. Άλλη επιλογή είναι να συνταχθεί και να κατατεθεί σε συμβολαιογράφο ο οποίος θα την παραλάβει συντάσσοντας μια σχετική πράξη κατάθεσης ιδιόγραφηςδιαθήκης. Προσοχή όμως σε αυτή την επιλογή διότι ο συμβολαιογράφος πρέπει να ενημερωθεί από κάποιον κληρονόμο για το θάνατο του διαθέτη, διαφορετικά δεν θα το μάθει ποτέ και δεν θα δημοσιευθεί ποτέ η διαθήκη.
Άλλοι τρόποι σύνταξης διαθήκης με συμβολαιογράφο είναι η δημόσια διαθήκη που είναι ιδανική επιλογή σε περίπτωση που ο διαθέτης δεν μπορεί να γράψει. Αυτή τη διαθήκη την γράφει ο ίδιος ο συμβολαιογράφος σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη. Προϋπόθεση είναι να υπάρχουν και τρεις μάρτυρες που να μην είναι συγγενείς με τον διαθέτη αλλά ούτε και μεταξύ τους που να είναι παρόντες στη σύνταξη τηςδιαθήκης.
Τέλος, είναι και η μυστική διαθήκη. Αυτή υπογράφεται από τον διαθέτη, κατατίθεται σε συμβολαιογράφο ενώπιον τριών μαρτύρων ή ενώπιον ενός μάρτυρα με τη σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου και, εφ’ όσον δεν είναι σφραγισμένη από τον διαθέτη, σφραγίζεται από τον ίδιο συμβολαιογράφο, ο οποίος και συντάσσει σχετική πράξη κατάθεσης αυτής. Τα πλεονεκτήματα της μυστικής διαθήκης είναι αφ’ ενός η διατήρηση της μυστικότητα αυτής και αφ’ ετέρου ότι μπορεί να συνταχθεί από άτομα που δεν μπορούν να γράψουν, έχουν όμως την ικανότητα ανάγνωσης. Επομένως, το κείμενο της μυστικής διαθήκης μπορεί να γραφτεί είτε με μηχανικά μέσα, είτε από τρίτο πρόσωπο -πέραν του διαθέτη-, πάντα όμως απαιτείται η υπογραφή του κειμένου της μυστικής διαθήκης από τον ίδιο τον διαθέτη.
πώληση ακινήτου αν χρωστάς στην εφορία
Του Σπύρου Δημητρέλη
Tο υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε μια διευκόλυνση σε όσους χρωστούν στο δημόσιο και επιθυμούν να προχωρήσουν στην πώληση κάποιου ακινήτου τους προκειμένου να γλιτώσουν από τα φορολογικά τους χρέη. Το ποσοστό της παρακράτησης από το τίμημα υπέρ του δημοσίου μειώθηκε από το 70-100% στο 50% υπό την προϋπόθεση ότι ο φορολογούμενος θα διασφαλίσει την οφειλή του με την προσημείωση από το δημόσιο κάποιου άλλου ακινήτου του. Μόνο που και αυτή η διευκόλυνση αποτελεί απλώς μια άνευ ουσιαστικής σημασία παρέμβαση αφού παραμένει σε ισχύ μια άλλη πρόβλεψη που μπλοκάρει σχεδόν όλες τις προσπάθειες των φορολογούμενων που χρωστούν να πουλήσουν.
Πιο συγκεκριμένα, η φορολογική νομοθεσία ορίζει ότι στις περιπτώσεις που από τη πώληση του ακινήτου το τίμημα δεν επαρκεί για να εξοφληθεί πλήρως το δημόσιο τότε το ποσοστό της παρακράτησης του δημοσίου δεν υπολογίζεται με βάση την εμπορική τιμή αλλά την αντικειμενική, εφόσον βέβαια η δεύτερη είναι υψηλότερη. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, μπλοκάρεται η μεταβίβαση ακινήτων καθώς πλέον είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που οι πωλητές ακινήτων βρίσκουν αγοραστές στην αντικειμενική τιμή. Συνήθως τα ακίνητα πωλούνται ακόμη και στο 50% ή και 30% των αντικειμενικών τιμών.
Παράδειγμα μη… πώλησης
Ας υποθέσουμε ότι ένας φορολογούμενος έχει οφειλή προς την εφορία συνολικού ύψους 80.000 ευρώ και διαθέτει ένα ακίνητο αντικειμενικής αξίας 100.000 ευρώ. Καταφέρνει να βρει αγοραστή για το ακίνητό του στην τιμή των 50.000 ευρώ, δηλαδή με έκπτωση 50% στην αντικειμενική τιμή. Δυστυχώς αυτή η μεταβίβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καθώς θα την μπλοκάρει στην εφορία.
Όταν ο πωλητής και οφειλέτης θα επισκεφθεί το δικαστικό τμήμα της εφορίας για να ζητήσει φορολογική ενημερότητα θα τον πληροφορήσουν ότι επειδή με τις 50.000 ευρώ δεν εξοφλείται πλήρως το δημόσιο, το τίμημα θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 80.000 ευρώ προκειμένου να εξοφληθεί πλήρως η εφορία.
Ο μόνος τρόπος για να γίνει η μεταβίβαση θα είναι ο πωλητής να προσφέρει κάποιο άλλο ακίνητό του (εφόσον βέβαια το διαθέτει) προκειμένου να προσημειωθεί από το δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό της παρακράτησης επί του τιμήματος υπολογίζεται και πάλι επί της αντικειμενικής αλλά ανέρχεται το 50%. Έτσι, το ποσό που παρακρατείται ανέρχεται στις 50.000 (50% της αντικειμενικής), δηλαδή το σύνολο του τιμήματος καταλήγει στο ταμείο της εφορίας.
Αν όμως το πραγματικό τίμημα είναι λιγότερο από 50.000 ευρώ τότε και πάλι η συναλλαγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αφού το ποσό που θα πρέπει να παρακρατηθεί δεν μπορεί να είναι λιγότερο από 50.000 ευρώ (50% του τιμήματος που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από την αντικειμενική). Αν δεν υπάρχει διασφάλιση του δημοσίου τότε το ποσό της παρακράτησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 70.000 ευρώ (70% του τιμήματος που δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από την αντικειμενική).
